BLOGGER TEMPLATES AND TWITTER BACKGROUNDS

Δευτέρα, 25 Απριλίου 2011

Κεφάλαιο 13ο

Κεφάλαιο 13ο

«Γιατί Κάρλαϊλ; Μπορείς να μου εξηγήσεις γιατί έδωσες υπνωτικό στην ίδια σου την καλεσμένη;», η γυναίκα του τον ρώτησε αυστηρά καθώς εκείνος έπαιρνε τον σφυγμό της Μπέλα.

Δεν της απάντησε αμέσως γιατί δεν ήθελε να χάσει το μέτρημα. Ξαναέλεγξε το ρολόι του. Ο σφυγμός της τώρα είχε ηρεμήσει. Είχε αναγκαστεί να διώξει την Άλις από το δωμάτιο όταν άρχισε η Μπέλα να μιλάει στον ύπνο της. Το καημένο το κορίτσι είχε κατακοκκινίσει με τα βογκητά που έβγαιναν από το στόμα της Μπέλα. Και ήταν φανερό πως δεν ήταν βογκητά πόνου.

Ζήτησε από την Άλις να περιμένει τον ερχομό του οδηγού της άμαξας. Αν ξυπνούσε κανονικά η Μπέλα θα φρόντιζε να την συνοδέψει στο κάστρο, πίσω στον αρραβωνιαστικό της.

Αν και δεν φώναζε το δικό του όνομα στον ύπνο της.

Άφησε το λεπτό της καρπό και πίεσε τα δάχτυλά του στα μάτια του. Πήρε μία βαθιά ανάσα και την άφησε. Πως θα εξηγούσε τις υποψίες που είχε στη γυναίκα του;

«Υπήρχε ένα πορτραίτο. Όταν βάλαμε φωτιά στο σπίτι βρήκα ένα πορτραίτο…», η Έσμε τον κοίταξε με απορία.

Στα μάτια της ξαφνικά διαγράφηκε αναγνώριση. Σηκώθηκε απότομα από την καρέκλα της.

«Υποσχέθηκες! Υποσχέθηκες όταν χάσαμε το παιδί πως θα σταματούσες αυτό το τρελό κυνήγι μαγισσών!»

«Δεν έδωσα καμία υπόσχεση Έσμε. Όταν ξύπνησες μετά, μετά…», η φωνή του κόμπιασε. «… ήξερα πως έπρεπε να δώσω ένα τέλος. Απλώς…»

«Απλώς φρόντισες να μου το κρύψεις! Δηλαδή θέλεις να μου πεις πως ακολούθησες αυτή την κοπέλα από το Λονδίνο;»

«Όχι. Αυτό είναι το αξιοπερίεργο. Από πηγές και διάφορα απόκρυφα βιβλία βρήκα μύθους που αναφερόντουσαν σε έναν πρίγκιπα που μετατράπηκε σε δαίμονα που έπινε αίμα. Η περιγραφή του έμοιαζε με Εκείνον»

«Για αυτό μας έφερες εδώ πέρα! Ω Κάρλαϊλ, γιατί; Σταμάτα! Δεν θέλω να σε χάσω. Δεν θα έχω τίποτε άλλο στον κόσμο αν σε χάσω», τον αγκάλιασε και την έσφιξε πάνω του.

«Έσμε… Έχω υποχρέωση να προστατεύω τους αθώους. Αυτή η κοπέλα ίσως να είναι το κλειδί. Αν μάθω τα άτομα με τα οποία έρχεται σε επαφή, ίσως, ίσως να με οδηγήσει στον δαίμονα»

«Τι είναι για εκείνον; Το επόμενο θύμα του;», ρώτησε η Έσμε διστακτικά.

«Φοβάμαι πως είναι πολύ περισσότερα γλυκιά μου. Πιστεύω πως στην προηγούμενη ζωή της ήταν η γυναίκα του. Λίγο πριν την πιάσει το υπνωτικό είπε πως δεν ήθελε να φύγει μακριά από τον πρίγκιπά της. Πιστεύω πως η κοπέλα είναι η μετεμψύχωση της πριγκίπισσας Ιζαμπέλα. Αν η θεωρία μου είναι σωστή έχει έρθει εδώ πέρα για να ενωθεί μαζί του πάλι»

«Να ενωθεί μαζί του;»

«Ναι. Ακόμα και στο βασίλειο των δαιμόνων, οι υπήκοοι του Διαβόλου έχουν ιεροτελεστίες όπως έχουμε και εμείς οι πιστοί. Υπάρχουν ειδικές τελετές βάφτισης, μυήσεων και… γάμου. Όμως αν γίνει μία τέτοια τελετή το αντρόγυνο είναι ουσιαστικά αθάνατο. Δεν μπορεί να τους χωρίσει τίποτα»

«Ούτε ο θάνατος», συμπέρανε η Έσμε.

«Ακριβώς. Όμως θα ανήκουν στους καταραμένους, γλυκιά μου. Για αυτό πρέπει να προστατέψω την κοπέλα αν είναι αυτή που νομίζω»

«Δεν ξέρω Κάρλαϊλ. Ίσως να μην το θέλει η ίδια. Αν μου δινόταν η ευκαιρία να μη σε χάσω ποτέ θα την άρπαζα χωρίς δεύτερη σκέψη»

«Έσμε πως μπορείς να σκέφτεσαι έτσι; Μιλάμε για σατανιστικές ιεροτελεστίες. Όποιοι λαμβάνουν μέρος καίγονται στο πυρ το εξώτερο»

«Μμμ…», μουρμούρισε η Μπέλα.

Η προσοχή και των δύο στράφηκαν στο γαλήνιο πρόσωπό της. Η ανάσα της ήταν σταθερή και στα χείλη της είχε σχηματισθεί ένα μικρό χαμόγελο.

«Φαίνεται ευτυχισμένη», η Έσμε έκατσε δίπλα στο προσκεφάλι της κοπέλας. «Όταν σε παντρεύτηκα ήξερα πως μόνο μαζί σου μπορώ να είμαι ευτυχισμένη. Θα προτιμούσα χίλιες φορές μία καταραμένη ύπαρξη στο πλευρό σου παρά ένα παράδεισο χωρίς εσένα. Και Κάρλαιλ, κάτι μου λέει πως ίσως ο Δαίμονας που κυνηγάς να σκέφτηκε το ίδιο όταν πρόσφερε την ψυχή του στο Διάολο»

Ο Κάρλαιλ δεν ήξερε τι να απαντήσει. Κοίταξε τη γυναίκα του. Τη γυναίκα που θυσίασε το μωρό τους, που παραλίγο να θυσιάσει τη ζωή της για να τον σώσει. Φαινόταν τόσο ήρεμη με τη δήλωσή της. Θα μπορούσε να απαρνηθεί για χάρη της τα πάντα; Τις αρχές του, τα πιστεύω του; Πίστευε πως όλα αυτά ήταν τα στοιχεία που τον αντιπροσώπευαν και δεν θα ήταν το ίδιο άτομο. Δεν θα μπορούσε να το κάνει.

Και όμως θα το έκανες… Μία φωνή του υπενθύμισε.

Στο μυαλό του ήρθε η εικόνα από το αίμα της καθώς αιμορραγούσε εκείνη τη βραδιά.

Μέσα του ούρλιαζε. Γιατί; Γιατί να την χάσει; Για μια στιγμή, μία μόνο στιγμή είχε αναρωτηθεί γιατί ο Θεός άφησε να συμβεί κάτι τέτοιο. Η πίστη του είχε κλονιστεί εκείνη τη στιγμή. Τι θα γινόταν αν την είχε χάσει εκείνη τη βραδιά; Θα συνέχιζε με το ίδιο πάθος το κυνήγι;

Κούνησε το κεφάλι του. Δεν έπρεπε να σκέφτεται το παρελθόν. Ο οδηγός της άμαξας θα πρέπει να είχε φτάσει. Θα συνεννοούταν μαζί του για να τους μεταφέρουν στο κάστρο.

«Πρέπει να κατέβω κάτω να μιλήσω με τον οδηγό της άμαξας των κοριτσιών. Θα του ζητήσω να έρθω και εγώ μαζί τους για να της κάνω έναν τελευταίο έλεγχο και να μιλήσω με την ίδια και τον αρραβωνιαστικό της για τις υποψίες μου»

Η Έσμε τον κοίταξε με ένα γλυκόπικρο χαμόγελο.

«Αχ, δεν αλλάζεις γλυκιέ μου. Αν θες τόσο πολύ να συνοδέψεις τις κοπέλες στο κάστρο κάντο. Όμως θα σε συμβούλευα να μη βιαστείς να μοιραστείς τις υποψίες σου μαζί τους. Σιγουρέψου πρώτα και προσπάθησε να αναφερθείς στο ζήτημα με τρόπο. Κάποιοι δεν είναι τόσο ανοιχτοί στις ιδέες σου και δεν έχουν τις γνώσεις σου. Μπορεί να μη σε πιστέψουν»

Κούνησε μηχανικά το κεφάλι του και βγήκε από το δωμάτιο. Η Έσμε στράφηκε στο γαλήνιο πρόσωπο της κοπέλας και της ψιθύρισε.

«Αν πράγματι είσαι αυτή που πιστεύει ο Κάρλαϊλ, ίσως ο Δαίμονας δεν είναι τόσο κακός. Κάτι απόλυτα σκοτεινό και διεφθαρμένο ποτέ δε θα νοιαζόταν για κάτι αγνό και όμορφο. Και δε θα είχε δείξει την καλοσύνη να με σώσει τότε. Όχι, δεν θα το έκανε»

«Που είναι;», το βάζο πετάχτηκε στον τοίχο και έσπασε σε μικροσκοπικά κομμάτια.

Ο Τζάσπερ έσκυψε για να αποφύγει το επόμενο αντικείμενο που σίγουρα θα πέταγε ο κόμης.

«Δεν ξέρω…», τραύλισε.

Είχαν αργήσει να γυρίσουν και σε λίγο θα βράδιαζε. Και δεν ήταν η καλύτερη ώρα για να ταξιδέψουν με την άμαξα. Ο δρόμος για το κάστρο ήταν επικίνδυνος το βράδυ και όχι επειδή ο δρόμος ήταν ανώμαλος.

Ο κόμης τον έπιασε από το γιακά και τον κόλλησε στον τοίχο. Τα μάτια του είχαν γίνει κατάμαυρα σαν το κάρβουνο. Και αυτό σίγουρα δεν ήταν καλό…

«Αν έχει πάθει οτιδήποτε θα το πληρώσεις εσύ!», τον άφησε και ο Τζάσπερ γλίστρησε στο πάτωμα.

Δεν τον ένοιαζε αν πάθαινε εκείνος κάτι. Μόνο να μην άγγιζε την Άλις του, τη μικρή του Άλις. Η ζωή του δεν είχε νόημα χωρίς εκείνη. Και εκείνος ανησυχούσε. Και για την ακρίβεια ανησυχούσε και για τις δύο. Η δεσποινίς Σουάν ήταν τόσο γλυκιά και μετρημένη. Ήταν τόσο ευγενική με την Άλις.

«Ναι, είναι», ο κόμης φαινόταν να ηρεμεί διαβάζοντας στις σκέψεις του την ανησυχία του για την καλεσμένη τους.

«Θα γυρίσει. Σίγουρα θα γυρίσει. Πήγαινε να ετοιμάσεις στη κουζίνα το δείπνο για απόψε. Έχουμε να ταΐσουμε και τον Μπλακ», η απέχθεια ήταν φανερή για το νεαρό άνδρα.

«Μάλιστα κύριε», βγήκε γρήγορα από το δωμάτιο πριν αρχίσει το μυαλό του να προβάλει σκέψεις που μπορεί να τον δυσαρεστούσαν.

Ο κόμης στράφηκε προς το παράθυρο. Ο ήλιος έδυε σε λίγο. Που ήταν; Που ήταν η πριγκίπισσά του;

«Ξέρετε… Δε νομίζω να είναι τόσο καλή ιδέα να έρθετε…», ο Κάρλαϊλ κοίταξε εκνευρισμένος τον οδηγό της άμαξας.

«Συγνώμη αλλά σαν γιατρός είναι απαραίτητο να ελέγξω την ασθενή μου. Πρέπει να έρθω στο κάστρο μαζί σας. Θα πρέπει να δώσω σε κάποιον οδηγίες και να…»

«Ο κόμης απαγορεύει επισκέψεις από αγνώστους»

«Μα, είμαι γιατρός για όνομα του Θεού»

«Ακολουθώ τις οδηγίες του κόμη, κύριε»

Ξεφύσησε εκνευρισμένος. Ήταν η τέλεια ευκαιρία για να πάει στο κάστρο. Δεν ήθελε να την χάσει.

«Κάρλαϊλ, η δεσποινίς Σουάν μόλις ξύπνησε», αναστέναξε.

Θα έπρεπε να περιμένει κάποια άλλη ευκαιρία αναγκαστικά. Ανέβηκε τη σκάλα και μπήκε στο δωμάτιο. Η Μπέλα καθόταν στο κρεβάτι κοιτάζοντας νευρικά τα χέρια της.

«Δεσποινίς Σουάν, πως νοιώθετε;»

«Καλά», έπαιξε νευρικά με τα δάχτυλά της.

«Μπορώ να ελέγξω το σφυγμό σας;»

«Ναι, βεβαίως», οι απαντήσεις τις ήταν σχεδόν μονολεκτικές.

Πήρε το χέρι της και άρχισε να μετρά.

«Ξέρετε, στον ύπνο σας λέγατε το όνομα ενός άνδρα», ο σφυγμός της έγινε πιο γρήγορος.

«Αλήθεια; Δεν θυμάμαι», στο τόνο της υπήρχε αμφιβολία.

Έπρεπε να δει πόσο θυμόταν από το όνειρο.

«Ναι, το όνομα Έντουαρντ σας λέει κάτι;», κούνησε αρνητικά το κεφάλι χωρίς να τον κοιτάξει στα μάτια.

Έλεγε ψέματα.

«Μπορώ να γυρίσω στο σπίτι μου, γιατρέ;», δεν φάνηκε να παρατηρεί πως αποκάλεσε το κάστρο σπίτι της.

«Ναι. Απλώς μία παράκληση. Περάστε να σας ξαναδώ ύστερα από λίγες μέρες»

«Κύριε Κάλλεν, δε νομίζω να χρειάζεται να περάσω για να με δείτε για μία λιποθυμία»

«Όχι. Αλλά θα ήθελα να μιλήσω μαζί σας για τα όνειρα που βλέπετε», είδε το σώμα της να παίρνει αμυντική στάση. «Σας παρακαλώ»

«Δεν ξέρω, γιατρέ»

«Αν είναι αυτό που νομίζω, δεσποινίς Σουάν, δε θα σταματήσουν», τα μάγουλά της κοκκίνισαν.

«Θα το σκεφτώ», τράβηξε το χέρι της.

Ο Κάρλαϊλ αναστέναξε. Δεν μπορούσε να την πιέσει. Βγήκε διακριτικά από το δωμάτιο για να την αφήσει να ετοιμαστεί.

Ύστερα από μισή ώρα η Μπέλα και η Άλις ήταν στην άμαξα και επέστρεφαν στο κάστρο. Το βλέμμα της Μπέλα ήταν χαμηλωμένο ενώ η άλλη κοπέλα την κοιτούσε με απορία.

«Μπέλα; Μπέλα, μπορείς να μου πεις τι συνέβη; Τρόμαξα ακούγοντας τα βογκητά που έβγαζες στον ύπνο σου», τα μάγουλα της Μπέλα κοκκίνισαν πάλι.

Πως μπορούσε να εξηγήσει στην Άλις; Ούτε και η ίδια μπορούσε να κατανοήσει τι συνέβαινε; Δε θυμόταν καθαρά το όνειρο αλλά οι υπόλοιπες αισθήσεις της το είχαν κρατήσει ζωντανό. Στο στόμα της μπορούσε ακόμα να γευτεί τη γλυκιά γεύση ενός ποτού και την αλμύρα του ιδρώτα του.

Πήρε μια βαθιά ανάσα. Μυρωδιά από δάσος αλλά κυρίως η μυρωδιά του δέρματός του. Είχε ονειρευτεί τον Έντουαρντ. Ένα όνειρο από μία άλλη εποχή. Στο μυαλό της τα πάντα ήταν θολά αλλά και συγχρόνως θα έπαιρνε όρκο πως τα είχε ξαναζήσει.

Δεν μπορούσε να μιλήσει για την πράξη στο γιατρό. Το μόνο που θυμόταν ήταν πως το σμίξιμο ήταν άγριο, παθιασμένο. Δάγκωσε τα χείλη της. Πάντοτε θεωρούσε τον εαυτό της ως ένα άτομο ρομαντικό. Όμως… όμως δεν μπορούσε να αρνηθεί την απόλαυση που είχε νιώσει στο όνειρο. Το σώμα της ακόμα ριγούσε.

Κούνησε το κεφάλι της. Ήταν λάθος, λάθος, λάθος. Έπρεπε να κρατήσει μία απόσταση από τον κόμη. Επειδή το μυαλό της έπαιζε σκοτεινά παιχνίδια αυτό δε σήμαινε πως έπρεπε να υποκύψει. Πήρε μια βαθιά ανάσα.

«Άλις, μπορούμε να μη μιλήσουμε για αυτό το ζήτημα σε παρακαλώ;», σήκωσε το βλέμμα της και την κοίταξε παρακλητικά.

Η Άλις αναστέναξε και δε μίλησε καθόλου. Η διαδρομή με την άμαξα ήταν πιο γρήγορη και λιγότερο άνετη. Τραντάγματα τις τίναζαν κάθε λίγο και λιγάκι.

«Γιατί πηγαίνει τόσο γρήγορα; Λες και κάποιος μας κυνηγάει», μονολόγησε.

«Θέλει να φτάσουμε στο κάστρο πριν τη δύση του ηλίου. Κανένας δεν θεωρεί ασφαλή αυτό το δρόμο το βράδυ», απάντησε στην απορία της η Άλις.

«Κλέφτες;»

«Όχι, όλοι λένε πως είναι κάτι χειρότερο»

Η Μπέλα παρατήρησε τις τελευταίες αχτίδες του ηλίου να χάνονται στον ορίζοντα. Άκουσε τον Μάικ να διατάζει τα άλογα να πάνε πιο γρήγορα. Κοίταξε από το παράθυρο και είδε από μακριά το κάστρο. Φως από δάδες είχαν αρχίσει να το φωτίζουν και μία αίσθηση ανυπομονησίας άρχισε να χτίζεται μέσα της. Μια δύναμη την τράβαγε εκεί. Σ’ εκείνον.

Η άμαξα έφτασε στον προορισμό της με το φως της ημέρας να έχει χαθεί τελείως. Από το κάστρο βγήκε τρέχοντας ο Τζάσπερ. Ξέπνοος άνοιξε την πόρτα της άμαξας για να τους υποδεχτεί.

«Φτάσατε! Ευτυχώς φτάσατε!», έκανε μία γρήγορη υπόκλιση και βοήθησε τις δύο κοπέλες να κατέβουν. «Πηγαίνετε μέσα. Σας περιμένει στη βιβλιοθήκη», τον κοίταξαν παραξενεμένες αλλά έκαναν όπως τους ζήτησε.

Τα κεριά ήταν αναμμένα και δεν ακουγόταν τίποτα αλλά υπήρχε μία ένταση στον αέρα.

Είναι θυμωμένος, σκέφτηκε.

Άνοιξε την πόρτα και τον είδε μπροστά της. Ντυμένος στα μαύρα όπως πάντα αλλά η παρουσία του ήταν πιο σκοτεινή απόψε. Έκανε ένα βήμα μπροστά όταν η Άλις έκανε ένα βήμα πίσω από την Μπέλα.

«Μη τολμήσεις! Μπείτε μέσα και οι δύο τώρα!», η Άλις προχώρησε τρομοκρατημένη μπροστά. «Και κλείσε την πόρτα πίσω σου!», ο τόνος της φωνής του ήταν σκληρός σε σημείο που έκανε την Μπέλα να σφίξει τα δόντια.

Η πόρτα έκλεισε πίσω της και οι δύο κοπέλες έκατσαν στο μικρό καναπέ που τους έδειξε. Εκείνος συνέχισε να στέκεται όρθιος βηματίζοντας νευρικά στο χώρο. Η έκρηξη πλησίαζε από στιγμή σε στιγμή…

«Που ήσασταν; Έπρεπε να είχατε γυρίσει εδώ και ώρες!», στράφηκε στην Άλις. «Εσύ, ειδικά ξέρεις τους κανόνες», η Άλις μαζεύτηκε.

Αν υπήρχαν κρύσταλλα στο δωμάτιο θα είχαν σπάσει από το δυνατό τόνο της φωνής του. Μη μπορώντας να βλέπει τον φόβο στα μάτια της Άλις, η Μπέλα σηκώθηκε από τον καναπέ.

«Εγώ φταίω. Ήμασταν για επίσκεψη στο γιατρό της πόλης και έπρεπε να μείνουμε παραπάνω. Η Άλις δεν φταίει σε τίποτα»

«Και γιατί έπρεπε να μείνετε παραπάνω;», τα μάτια του βυθίστηκαν στα δικά της.

Ήταν μαύρα σαν κάρβουνα εκείνη τη στιγμή. Οποιονδήποτε άλλον θα τον έκαναν να μαζευτεί από φόβο. Αλλά όχι η Μπέλα. Τον πλησίασε και στάθηκε μπροστά του.

Δείξε μου. Δείξε μου.

Τον κοίταξε σταθερά στα μάτια και από το μυαλό της πέρασε όλη η μέρα που είχε. Η επίσκεψη στην εκκλησία, στο σπίτι του γιατρού, η λιποθυμία της. Στα μάτια του κόμη φαινόταν να διαγράφονται σε αυτά τα λίγα δευτερόλεπτα χιλιάδες συναισθήματα. Και όταν έφτασε στο σημείο με το όνειρο το χρώμα των ματιών του φάνηκε να ανοίγει και να βλέπει στην ίριδά του αποχρώσεις του πράσινου.

«Λιποθύμησα», του μουρμούρισε. Ανοιγόκλεισε τα βλέφαρά της και έκανε ένα βήμα πίσω προσπαθώντας να πάρει μία ανάσα. «Λιποθύμησα και για αυτό το λόγο αργήσαμε»

Ο κόμης δεν διόρθωσε το λάθος της. Πρόσεξε καλύτερα στις σκέψεις της το ηρεμιστικό που της έδωσε ο Κάρλαϊλ. Οι μνήμες της είχαν αρχίσει να επιστρέφουν. Από τη μια πλευρά ήταν εκστασιασμένος με την ιδέα αλλά τον ανησυχούσε η παρουσία του Κάρλαϊλ. Όχι μόνο βρισκόταν στην περιοχή του αλλά γνώριζε πλέον την Μπέλα.

Τα δάχτυλά του άγγιξαν το μάγουλό της και τα χείλη της μισάνοιξαν. Στο μυαλό της μπορούσε να δει πως θυμόταν μέρη από το όνειρο. Τα συναισθήματά της, οι σκέψεις της ήταν όλα μπερδεμένα. Τον ήθελε αλλά συγχρόνως πίστευε πως έπρεπε να κρατήσει μία απόσταση. Και το τελευταίο ειδικά ήταν κάτι που δεν το ήθελε εκείνος. Οι σκέψεις της Άλις τον έκαναν να αφήσει το μάγουλό της.

«Εάν ξανασυμβεί θέλω να επιστρέψετε στο κάστρο κατευθείαν. Ανησυχήσαμε όλοι μας», πήρε μια βαθιά ανάσα. « Πηγαίνετε να αλλάξετε. Το δείπνο να σερβιριστεί σε μία ώρα»

Τους γύρισε την πλάτη δείχνοντας πως η συζήτηση είχε τελειώσει και πως θα έπρεπε να φύγουν από το δωμάτιο. Τα πόδια της Μπέλα όμως δεν κουνήθηκαν. Ήθελε να του μιλήσει αλλά δεν ήξερε τι να του πει. Η Άλις την τράβηξε και άρχισαν να πηγαίνουν προς το δωμάτιό της.

«Θα ετοιμάσω ζεστό νερό για να φρεσκαριστείς και θα σε βοηθήσω με το φόρεμα. Έρχομαι σε λίγα λεπτά», η Άλις την άφησε να προχωρήσει μόνη της και έφυγε σχεδόν τρέχοντας προς την κουζίνα. Μάλλον θα ήθελε να δει τον Τζάσπερ πριν το δείπνο.

Συνέχισε σχεδόν μηχανικά προς το δωμάτιό της. Το χέρι της ακούμπησε το πόμολο αλλά δίστασε να το ανοίξει. Το βλέμμα της στράφηκε στη πόρτα του διπλανού δωματίου. Το χέρι της άφησε το πόμολο και προχώρησε στην άλλη πόρτα. Άνοιξε την πόρτα χωρίς δεύτερη σκέψη και μπήκε μέσα.

Δεν υπήρχε κανένα κερί αναμμένο και δεν μπορούσε να διακρίνει όλες τις λεπτομέρειες του δωματίου. Όπως δεν μπορούσε να διακρίνει τον κόμη που την είχε ακολουθήσει μέσα στις σκιές. Τα βήματά της την οδήγησαν στο κρεβάτι. Η ανάσα της έγινε κοφτή σκεφτόμενη σκηνές από το όνειρό της.

Ξάπλωσε στα σκεπάσματα και έφερε ένα από τα μαξιλάρια στο πρόσωπό της. Πήρε μία βαθιά ανάσα και αναστέναξε. Μύριζαν ακριβώς όπως εκείνος. Το ελεύθερο χέρι της πήγε στο λαιμό της προσπαθώντας να μιμηθεί τις κινήσεις που θυμόταν από το όνειρο. Δεν μπορούσε να νιώσει το ρίγος που της είχε προκαλέσει. Το χέρι της κατέβηκε στο ντεκολτέ του φορέματός της. Ήθελε… Δεν ήταν σίγουρη τι ήθελε…

Άγγιξε τα στήθη σου.

Τα χέρια της σύρθηκαν πάνω από το ύφασμα.

«Δεν είναι αρκετό», μουρμούρισε.

Λύσε τα κορδόνια.

Με τρεμάμενα δάχτυλα το έκανε.

Σπρώξε το ύφασμα προς τα κάτω τώρα πριγκίπισσά μου. Θέλω να σε δω.

Πριγκίπισσα… Το μυαλό της προσπαθούσε να ξυπνήσει τις χαμένες μνήμες αλλά δεν ήταν δυνατόν ακόμα. Αντίθετα, τα χέρια της μπορούσαν να υπακούσουν την προσταγή του και έσπρωξαν το ύφασμα. Ο δροσερός αέρας έκαναν τις ρώγες της να σκληρύνουν αμέσως και ένιωσε υγρασία στο φύλο της.

Άγγιξε τα στήθη σου ομορφιά μου. Χάιδεψε τα. Φαντάσου πως είναι τα δικά μου.

Το άγγιγμα της ήταν διστακτικό. Δεν ήταν το δικό του.

«Έντουαρντ…», ψιθύρισε.

Ήθελε το δικό του άγγιγμα. Μόνο το δικό του μπορούσε να την ικανοποιήσει.

Και δεν μπορούσε να το έχει.

Σηκώθηκε απότομα από το κρεβάτι. Ο κόμης την παρατήρησε σιωπηλά να περπατάει νευρικά γύρω από το δωμάτιο.

«Σταμάτα! Σταμάτα να τον σκέφτεσαι!», την άκουσε να μουρμουράει και τα λόγια της τον έκαναν να νιώσει πόνο σε ένα σημείο που ήξερε πως δεν ήταν ζωντανό εδώ και πολύ καιρό.

Ήθελε να την πλησιάσει να την πάρει στην αγκαλιά του αλλά δεν το έκανε. Ήταν πολύ νωρίς ακόμα. Η πριγκίπισσά του είχε αρχίσει να τον θυμάται αλλά δεν ήταν αρκετό ακόμα. Δεν ήταν ερωτευμένη μαζί του. Έπρεπε να τον αγαπήσει όπως τότε. Οι μέρες για την πανσέληνο πλησίαζαν και έπρεπε να σφραγίσουν τον έρωτά τους τουλάχιστον με ένα φιλί. Μετά θα μπορούσαν να προχωρήσουν στην τελετή που θα τους ένωνε. Δεν θα την έχανε.

Την παρατήρησε από τις σκιές που προχωρούσε σχεδόν τρέμοντας στο μπλε δωμάτιο μέσω του περάσματος.

Όχι, δεν θα την έχανε ξανά…

«Γιατί είσαι τόσο σιωπηλή απόψε;»

Η Μπέλα σήκωσε τα μάτια της για να κοιτάξει τον Τζέικομπ, τον αρραβωνιαστικό της. Καθόντουσαν για άλλη μια φορά και οι τρεις για δείπνο. Για άλλη μια φορά η διάταξη ήταν διαφορετική. Ο κόμης είχε επιμείνει να κάτσει εκείνη στην κορυφή του τραπεζιού. Πως έπρεπε να νιώσει την αίσθηση. Όταν τον είχε ρωτήσει τι εννοούσε δεν της είχε απαντήσει. Έστρεψε το κεφάλι της τον Τζέικομπ και χαμογέλασε αχνά.

«Απλώς νιώθω λίγο εξαντλημένη»

Ψέματα.

Γύρισε στον κόμη. Θα έπαιρνε όρκο πως είχε ακούσει τη φωνή του αλλά τα χείλη του δεν είχαν κουνηθεί. Όμως τα μάτια του…

Το βλέμμα του ένιωσε να την καίει. Τον παρατήρησε να παίρνει το ποτήρι μπροστά του και να φέρνει το σκούρο υγρό κοντά στη μύτη του. Καθώς έπινε αργά τη γουλιά από το ποτό του η Μπέλα κράτησε την ανάσα της. Τα χείλη του άφησαν το ποτήρι και η γλώσσα του έγλυψε τα βρεγμένα χείλη. Ασυναίσθητα έγλυψε τα δικά της ξερά χείλη. Η κίνηση δεν του ξέφυγε αλλά δεν το σχολίασε.

Δεν την είχε βάλει στην κορυφή του τραπεζιού. Την είχε βάλει στη μέση. Ανάμεσα τους. Ανάμεσα στον αρραβωνιαστικό της, τον παιδικό της φίλο, ένα από τα άτομα που εκτιμούσε και αγαπούσε περισσότερο από οτιδήποτε και σε Εκείνον. Τον άνδρα που είχε αρχίσει να της ξυπνά συναισθήματα που δεν ήξερε πως υπήρχαν.

Κατά τη διάρκεια του δείπνου δεν μπόρεσε να μην κάνει τις συγκρίσεις ανάμεσά τους. Και οι δύο ήταν υπέροχα δείγματα ανδρών. Ο γλυκός της Τζέικομπ με τα σκούρα χαρακτηριστικά, απόδειξη μίας πιο ταπεινής καταγωγής και ο κόμης χλωμός και απόμακρος όπως και κάθε ευγενής. Ο Τζέικομπ της χαμογέλασε και δεν μπόρεσε να μην του χαμογελάσει και εκείνη. Το χαμόγελό του πάντοτε της ζέσταινε την καρδιά αλλά το χαμόγελο του κόμη φαινόταν σαν ένα δώρο που ήταν μόνο για κείνη.

«Κόμη, πως και δεν ξαναπαντρευτήκατε μετά το θάνατο της γυναίκας σας; Αν επιτρέπεται. Είσαστε νέος ακόμα και μπορείτε να αποκτήσετε παιδιά. Διαδόχους για την περιουσία σας», η ερώτηση του Τζέικομπ της θύμισε πως ήταν χήρος.

Δεν μπόρεσε παρά να αναρωτηθεί. Πως ήταν η γυναίκα του; Θα πρέπει να ήταν τόσο όμορφη όσο εκείνος. Ένα πάντρεμα τελειότητας. Ενώ εκείνη ήταν η απλή Μπέλα. Η ήσυχη, σεμνή Μπέλα. Τα δάχτυλά της έσφιξαν το τραπεζομάντιλο.

«Δεν συμβιβάζομαι με κάτι λιγότερο από εκείνη», η Μπέλα έκλεισε τα μάτια της ακούγοντας τα λόγια του.

Έτσι δεν είδε το βλέμμα του κόμη πάνω της. Δεν είδε το βλέμμα ενός άνδρα όταν βλέπει την τελειότητα μπροστά του.

«Με συγχωρείτε δε νιώθω καλά», η Μπέλα σηκώθηκε απότομα από το τραπέζι.

«Μπέλα», ο Τζέικομπ αμέσως έτρεξε στο πλευρό της. «Έλα θα σε συνοδέψω στο δωμάτιό σου»

«Όχι, δεν θα χαλάσω το δείπνο σας. Σε παρακαλώ, Τζέικομπ, κάτσε»

«Θα σας συνοδέψω εγώ», ο κόμης επενέβη.

«Όχι!», δεν άντεχε άλλο τα περίεργα συναισθήματα που ένιωθε.

«Μπέλα…», ο Τζέικομπ την αγκάλιασε. «… έχω υποσχεθεί στον πατέρα σου πως θα σε προσέχω. Δεν ακούω τίποτα. Έλα θα σε συνοδέψω στο δωμάτιό σου», στράφηκε στον κόμη. «Κόμη με συγχωρείτε αλλά πρέπει να συνοδέψω την αρραβωνιαστικιά μου στο δωμάτιό της. Πρέπει να ξαπλώσει»

Ο Τζέικομπ κοίταξε την Μπέλα λίγο ανήσυχος. Όλες αυτές τις μέρες δεν την έβλεπε όσο συχνά θα ήθελε. Δεν μπόρεσε να μην πάρει μία βαθιά ανάσα από το γλυκό της άρωμα. Ήθελε λίγο να την δει. Να της μιλήσει. Ήταν τόσο συγκεντρωμένος σε εκείνη που δεν πρόσεξε τη ζήλεια με την οποία την κοίταζε ο κόμης. Τράβηξε ακόμα πιο κοντά του την αρραβωνιαστικιά του και καληνύχτισε τον κόμη. Η Μπέλα ψιθύρισε με τη σειρά της καληνύχτα και βγήκαν από την τραπεζαρία.

«Συγνώμη, Τζέικομπ»

«Μα γιατί ζητάς συγνώμη; Δε νιώθεις καλά και θέλεις να ξαπλώσεις. Ο κόμης μπορεί να δείξει κατανόηση που δε θα κάτσω για το υπόλοιπο του δείπνου. Εδώ με την τόση δουλειά που μου βάζει δε σε βλέπω παρά μόνο το βράδυ»

Η Μπέλα δεν του εξήγησε πως του ζητούσε συγνώμη για τα αισθήματα που είχαν αρχίσει να αναπτύσσονται για τον κόμη. Ένιωθε πως με κάθε σκέψη που είχε για τον άλλο άνδρα πρόδιδε τον αρραβωνιαστικό της. Έφτασαν στο δωμάτιό της και στο μεταξύ ο Τζέικομπ της είχε διηγηθεί όλη τη μέρα του. Τα οικονομικά ζητήματα δεν ήταν το δυνατό της σημείο και άφησε ένα χασμουρητό κούρασης.

«Σε κούρασα, έτσι δεν είναι;», στα μάγουλα του Τζέικομπ πρόσεξε κάτι που αναγνώρισε.

Ακόμα και στο φως των κεριών αναγνώρισε κάτι που είχαν κοινό. Ήταν ένα κοκκίνισμα που δεν φαινόταν τόσο έντονα λόγω της σκουρόχρωμης του επιδερμίδας. Ο Τζέικομπ ήταν ντροπαλό άτομο. Ήταν ένα από τα πράγματα που είχε αγαπήσει σε εκείνον στη διάρκεια όλων αυτών των χρόνων. Όπως και το χαμόγελό του.

«Είμαι κουρασμένη και δε νιώθω τόσο καλά»

«Ξέρω τι πρέπει να κάνουμε. Αύριο το απόγευμα θα σταματήσω λίγες ώρες νωρίτερα και θα κάνουμε μία βόλτα στον κήπο του κάστρου. Τι λες;»

«Είναι υπέροχη ιδέα», του ψιθύρισε.

Δεν πρόσεξε το βλέμμα του καθώς του το έλεγε. Την αγκάλιασε.

«Τέλεια! Θα είναι ευκαιρία να μιλήσουμε και για το γάμο μας», η Μπέλα πάγωσε στην αγκαλιά του.

«Ναι, το γάμο», η φωνή της απάντησε.

«Καληνύχτα, Μπέλα», και τη φίλησε στο μάγουλο. «Σ’ αγαπάω»

«Καληνύχτα, Τζέικομπ»

Το ‘σ’ αγαπάω και εγώ’ κόλλησε στο λαιμό της. Δεν μπορούσε να του το πει. Με του που μπήκε στο δωμάτιο και έκλεισε την πόρτα πίσω της, έπεσε στο πάτωμα. Έβαλε τα χέρια της μπροστά στο στόμα της για να σταματήσει τα αναφιλητά. Είχε αρχίσει να τρελαίνεται δεν εξηγούταν αλλιώς. Είχε έναν γλυκύτατο άνδρα για αρραβωνιαστικό και σκεφτόταν τον κόμη. Φαντασιωνόταν πράγματα που θα ήθελε να κάνει μαζί του.

«Δεν συμβιβάζομαι με κάτι λιγότερο από εκείνη»

Τα λόγια του ήχησαν στα αυτιά της. Ακόμα, ακόμα και αν πράγματι ενέδιδε στον πόθο της για κείνον, θα μπορούσε να παλέψει το φάντασμα της γυναίκας του; Δεν το νόμιζε. Δάκρια κύλισαν στα μάγουλά της. Μάζεψε τα πόδια της κοντά στο σώμα της και τα αγκάλιασε με τα χέρια της.

«Συγνώμη, Τζέικομπ», ψιθύρισε στο σκοτεινό δωμάτιο.